Η χρήση των βιοπολυμερών στη σταθεροποίηση του οίνου σέβεται την ποιότητα και είναι φιλική προς το περιβάλλον

Ένα ευρωπαϊκό σχέδιο επιδιώκει να παρουσιάσει εναλλακτικές πρακτικές για την πρωτεϊνική και τρυγική σταθεροποίηση του οίνου, μέσω της ανάπτυξης των παραγώγων από βιομηχανίες μεταποίησης γεωργικών προϊόντων
Η τρυγική και πρωτεϊνική σταθεροποίηση είναι στοιχειώδη στάδια της οινοποίησης, ιδιαίτερα για τους οίνους που εξάγονται και πωλούνται μέσω οργανωμένης διανομής. Οι παρούσες πρακτικές σταθεροποίησης είναι αποτελεσματικές, αλλά έχουν κάποιες επιπτώσεις στην ποιότητα του οίνου, στο κόστος παραγωγής και στο περιβάλλον και για πολλές δεκαετίες οι Ευρωπαίοι οινοπαραγωγοί ψάχνουν για εναλλακτικές λύσεις. Μια πιθανή λύση προσφέρει η χρήση των βιοπολυμερών, δηλαδή οι ενώσεις φυσικής προέλευσης, που λαμβάνεται από τα δευτερογενή προϊόντα της βιομηχανίας γεωργικών τροφίμων και έχουν ήδη αξιοποιηθεί στον φαρμακευτικό τομέα και στον τομέα των καλλυντικών.
Ορισμένα βιοπολυμερή, πράγματι, μπορούν να απορροφήσουν επιλεκτικά τα ασταθή πρωτεϊνικά κλάσματα του κρασιού και μπορούν έτσι να γίνουν μια ενδιαφέρουσα εναλλακτική λύση στην παρούσα εκτεταμένη χρήση του bentonite ως απορροφητικό υλικό. Άλλα έχουν μοριακή διάσταση και δομή και έτσι μπορεί να αποφευχθεί η κρυστάλλωση και στη συνέχεια η καθίζηση των τρυγικών αλάτων και όταν προστίθενται στο κρασί, μπορούν να αντικαταστήσουν κάποιες τρέχουσες πρακτικές για την τρυγική σταθεροποίηση που έχουν υψηλό οικονομικό και περιβαλλοντικό κόστος.
Τα βιοπολυμερή είναι οι κατάλληλοι υποψήφιοι για να παρέχουν στους παραγωγούς νέα ευέλικτα, επιλεκτικά και φθηνά εργαλεία για τη σταθεροποίηση του οίνου, σέβονται περισσότερο την ποιότητα του κρασιού και του περιβάλλοντος, και είναι καλά συντονισμένα με τις απαιτήσεις του σύγχρονου καταναλωτή κρασιού.
Ο εντοπισμός και η μελέτη των καλύτερων βιοπολυμερών για την οινοποίηση είναι το αντικείμενο του ερευνητικού έργου που πραγματοποιείται από τρεις ενώσεις παραγωγών: την AIAB, Associazione Italiana per l’Agricoltura Biologica, που είναι συντονιστής του έργου, την InterRhône, που εκπροσωπεί τους ενδιαφερόμενους από τη δεύτερη πιο σημαντική οινοπαραγωγική περιοχή της Γαλλίας, και την Consejo Regulador της μικρής αλλά δυναμικής ισπανικής ονομασίας Cariñena.
Μαζί με την πορτογαλική Falua, και το ελληνικό Κτήμα Άλφα, και οι δύο οινοπαραγωγοί κύρους, οι τρεις ενώσεις έχουν αναθέσει την έρευνα σε μια ομάδα εξειδικευμένων κέντρων, που περιλαμβάνει εμπειρογνώμονες των πολυμερών υλικών (Τμήμα Χημείας IFM του Πανεπιστημίου του Τορίνο, στην Ιταλία), της οινολογίας και των τεχνικών οινοποίησης (CRA Centro per l’Enologia στο Άστι, στην Ιταλία, το Institut Français de la Vigne et du Vin, το Laboratorio de Analisis de Aroma y Enologia από το Πανεπιστήμιο της Σαραγόσα, στην Ισπανία, και το Αυστραλιανό Ερευνητικό Ινστιτούτο Οίνου στην Αδελαΐδα), των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των ανθρώπινων δραστηριοτήτων (FIRAB, Fondazione Italiana per la Ricerca in Agricoltura Biologica) και της τοξικολογίας (Τμήμα Φαρμακολογικών Επιστημών, Πανεπιστήμιο του Μιλάνο, Ιταλία).
Η κοινοπραξία του έργου ολοκληρώνεται με την ιταλική εταιρεία Esseco, η οποία θα φροντίσει για την εκμετάλλευση των νέων στοιχείων του έργου, καθώς και από την SME Vinidea έργο της οποίας είναι να διασφαλίσει τη διάδοση των αποτελεσμάτων στους ενδιαφερόμενους επαγγελματίες των ευρωπαϊκών κρασιών.
Το έργο, που ονομάζεται STABIWINE, αναπτύσσεται μέσω του έβδομου προγράμματος-πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διαχειρίζεται η REA – Εκτελεστικός Οργανισμός Έρευνας – στο πλαίσιο της επιχορήγησης 314.903. Άρχισε το Σεπτέμβριο του 2012 και θα ολοκληρωθεί πριν από το τέλος του 2015. Το πρόγραμμα ενημέρωσης θα είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα του έργου www.stabiwine.eu.
Κική Παναγιώτου

