Οίνος Αδάμ
Μέρος ενός υπέροχου αγροτουριστικού οράματος
Η μέρα ήταν βροχερή από το ξεκίνημά της αλλά δεν με πτόησε καθόλου. Είχα αποδεχτεί ήδη την πρόσκληση για ένα περίπατο μέσα στα αμπέλια και η εποχή ήταν ιδανική. Η Άνοιξη στην κορύφωσή της, με την φύση να οργιάζει σε ένα τόπο που αν και βρίσκεται μόλις λίγα χιλιόμετρα έξω από την Θεσσαλονίκη, σχεδόν αγνοούσα την ύπαρξή του. Το καλωσόρισμα με τσίπουρο και οι εγκάρδιες χειραψίες ήταν η πρώτη αίσθηση θαλπωρής και ξέχειλης φιλοξενίας. Τα αρώματα του νοτισμένου χώματος απ’ την ψιχάλα που μόλις σταμάτησε, ανακατεύονταν με τις μυρουδιές του φρεσκοκομμένου χόρτου και της άγριας ρίγανης που είναι διάσπαρτη παντού. Mε έκαναν να νιώσω σα να βρισκόμουν μέσα σ’ ένα ποτήρι λευκού κρασιού. 
Οι εναλλαγές του τοπίου κόβουν πραγματικά την ανάσα, με το πράσινο να κυριαρχεί σε όλες του τις αποχρώσεις. Μπροστά δεσπόζει ο κατάφυτος Χορτιάτης και πίσω αχνοφαίνονται τα ήρεμα νερά των δύο λιμνών. Άγρια βλάστηση από μικρούς θάμνους και βατομουριές, μερικά ελαιόδεντρα και ανάμεσα σε όλα αυτά μικρά διάσπαρτα αμπελάκια εδώ και εκεί, με τα πρώτα αμπελόφυλλα να ορίζουν τις τέλεια φροντισμένες γραμμές τους πάνω από το φρεσκοργωμένο έδαφος. 
Αυτές οι εικόνες ήταν ένας από τους λόγους που έκαναν τον Δημήτρη Μαστοργιάννη να λατρέψει αυτό τον τόπο και τον οδήγησαν στην απόφαση να δώσει στα κρασιά του το όνομα του χωριού του και όχι το δικό του επίθετο όπως γίνεται συνήθως. Και δεν έγινε για λόγους υπεραξίας, αφού το όνομα Αδάμ μέχρι τότε ήταν εντελώς άγνωστο στον χάρτη του κρασιού. Η ευρύτερη περιοχή βέβαια, όπως και κάθε σημείο της Ελληνικής γης, είχε το δικό της κρασί από τους κλασσικούς Ελληνιστικούς χρόνους, την εποχή ακμής των αρχαίων Καλίνδοιων. Μόλις λίγα χιλιόμετρα ανατολικά από το κτήμα, εκπαιδεύονταν τα άλογα του Μακεδονικού στρατού την εποχή του Μέγα Αλέξανδρου. Η χωρική οινοποίηση συνεχίστηκε και κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας και το κάθε σπίτι είχε την δική του βαγιόνα, όπως αποκαλούσαν στην περιοχή το πατητήρι. Ήρθε όμως η ζήτηση του καπνού και τα περισσότερα αμπέλια ξεπατώθηκαν. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ακολούθησε η φυλλοξήρα και εξαφάνισε ότι είχε απομείνει. 
Η φύτευση των αμπελιών και η παραγωγή κρασιού είναι ένα μόνο μέρος του συνολικού επενδυτικού σχεδίου που βρίσκεται σε εξέλιξη, ενός μεγαλεπήβολου αγροτουριστικού οράματος, που συμπεριλαμβάνει μια τεράστια έκταση 2.500 στρεμμάτων βιολογικής καλλιέργειας για παραγωγή ζωοτροφών, μια κτηνοτροφική μονάδα παραγωγής βιολογικού γάλακτος, μια μονάδα ανάπτυξης και εκτροφής αλόγων ιππασίας, έναν ιππόδρομο που τώρα περικλείει το Chardonnay του αμπελώνα και τις εγκαταστάσεις ενός τυροκομείου. Στο ψηλότερο σημείο της αχανούς αυτής έκτασης δεσπόζει το κτήριο του εστιατορίου, φτιαγμένο από πέτρα και που θα προσφέρει εδέσματα από προϊόντα της περιοχής. 
Τα πρώτα αμπέλια φυτεύτηκαν το 2002 και ήταν από την Ιταλική ποικιλία Refosco. Ο κύριος λόγος αυτής της επιλογής ήταν ότι η περιοχή έχει αρκετές ομοιότητες με την βορειοανατολική Ιταλία όπου και εκφράζεται καλύτερα το Refosco. Η ίδια η ποικιλία δεν ήταν και δεν είναι αρκετά διαδεδομένη στην χώρα μας, γεγονός που κάνει τα κρασιά του κτήματος ξεχωριστά. Ακολούθησαν οι φυτεύσεις του Merlot και του Cabernet Sauvignon το 2004 και ακολούθησαν η Μαλαγουζιά και το Chardonnay το 2005.
Ένας διάσπαρτος αμπελώνας συνολικής έκτασης 55 στρεμμάτων που βρίσκεται στις βόρειες πλαγιές του Χορτιάτη και ακριβώς απέναντι από το κομμάτι γης που χωρίζει τις λίμνες Κορώνεια και Βόλβη, σε υψόμετρο 250-350 μέτρων. Στο έδαφος κυριαρχεί ο σχιστόλιθος με άργιλο – αμμώδη σύσταση, κάτι που εξασφαλίζει την καλή αποστράγγιση. 
Η χρήση μεθόδων βιολογικής καλλιέργειας και η επιδίωξη χαμηλών αποδόσεων, είναι μερικά μόνο από τα στοιχεία που οριοθετούν τον στόχο για κρασιά υψηλής ποιότητας. Κάτι που καταλαβαίνεις σχεδόν αμέσως, δοκιμάζοντας το αποτέλεσμα αυτής της δουλειάς.
Σχεδόν έτοιμο για εμφιάλωση το Refosco 2012 με μέτρια αρωματική ένταση φρούτου στην μύτη και στην μεσαία παλέτα όπου κυριαρχούν δαμάσκηνο, βατόμουρο και κέδρος. Καλή οξύτητα, μέτριο προς γεμάτο σώμα, υψηλές και λίγο άγριες ακόμη οι τανίνες. Μέτρια διάρκεια και καλή δομή με δυνατότητα παλαίωσης έως το 2018.
Το Refosco του 2013 κουβαλάει ακόμη τα πρωτογενή του αρώματα που είναι πολύ έντονα. Φρεσκάδα, νεύρο, υψηλή οξύτητα, γεμάτο σώμα, πάνω από μέτρια η διάρκειά του με νόστιμες πληθωρικές τανίνες.
Refosco 2011. Βαθύ πορφυρό χρώμα, εξελισσόμενο με έντονα αρώματα, δαμάσκηνου, σταφίδας, νωπού καπνού, γαρίφαλου και νότες γιασεμιού. Πυκνό με καλή οξύτητα, υψηλές, καλοδουλεμένες τανίνες και έντονη παρουσία φρέσκων μαύρων φρούτων στην παλέτα. Συμπυκνωμένο, στρογγυλό, καλοδομημένο και εύγευστο με μακριά διάρκεια. Καλύτερο μέχρι το 2018.
Το σύνολο των κρασιών του κτήματος, ολοκληρώνεται με την Μαλαγουζιά,
το Αγήλι από 100% Chardonnay
και το Αη-λιάς που είναι ένα blend από Merlot και Cabernet Sauvignon.
Στέφανος Κόγιας, IHCW by WSPC.





